in

«Είμαι ο Άγιος Σπυρίδωνας! Γνωρίζω την πίστη σου προς Τον Θεό, την ταπείνωσή σου κι ότι οι αρετές σου έχουν ευαρεστήσει Τον Κύριο..»

«Είμαι ο Άγιος Σπυρίδωνας! Γνωρίζω την πίστη σου προς Τον Θεό, την ταπείνωσή σου κι ότι οι αρετές σου έχουν ευαρεστήσει Τον Κύριο..»

Κάποτε έξω από ένα χωριό της ορεινής Νάξου, σε ένα αγροτόσπιτο ζούσε μία ταπεινή γυναίκα που την έλεγαν Κυρά-Καλή. Έκλεινε τον εαυτό της μέσα βαθιά στην ψυχή της, άνοιγε την καρδιά της στον Θεό και Του μίλαγε κι ο Θεός την άκουγε!

Είχε πίστη μεγάλη, που την συνόδευε με έργα αρεστά προς Τον Κύριο. Όταν έκανε προσευχή, δεν προσευχότανε μόνο για την οικογένειά της, αλλά για όλους που γνώριζε πως είχαν ανάγκη κι ακόμη και για αυτούς που την αδικούσαν παρακαλούσε!

Ζούσε μακριά από τους ανθρώπους αλλά κοντά στον Θεό. Είχε πολλά παιδιά, όμως δεν βαρυγκωμούσε. Εργαζότανε σκληρά μαζί με τον άντρα της στην πέτρινη γη της Κορώνου και μεγάλωναν τα παιδιά τους.

Στις μεγάλες αργίες δεν δούλευε, πήγαινε στα ξωκλήσια κι άναβε τα κανδήλια.Στην κορφή εκείνης της πλαγιάς που καλλιεργούσε τα κτήματα της, ήτανε και είναι το εκκλησάκι του Αγίου Σπυρίδωνα, τον οποίο αγαπούσε και φρόντιζε ιδιαίτερα.

Κι ο Άγιος που έβλεπε τις αρετές της, τις προσευχές της και προς εκείνον δεν έμεινε αδιάφορος! Κατέβηκε στη Γη κι εμφανίστηκε στην Κυρά-Καλή!

Στάθηκε με συμπόνια κοντά στους χωριανούς της, κοντά σε όλους τους Ναξιώτες και σε όσους έρχονταν από τα γύρω νησιά.

Η κυρά –Καλή ήταν από την οικογένεια των «Κουφιτάδων» κι έτσι έμεινε στην ιστορία του νησιού ως η Κουφίταινα.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας λοιπόν και η γιαγιά Κουφίταινα ευεργέτησαν πολύ κόσμο.

Ο ΑΓΙΟΣ είπε στην γιαγιά πολλά σημαντικά για το μέλλον που για εκείνη την εποχή ήταν εντελώς απίστευτα! Όμως ΑΓΙΟΣ και η γιαγιά Κουφίταινα επαληθεύτηκαν σε όλα!

Κοιμήθηκε το 1906 σε μεγάλη ηλικία.

Η Κουφίταινα συνήθιζε τον χειμώνα να πηγαίνει στα λιβάδια για χόρτα, πέντε ώρες μακριά από το χωριό της (Κόρωνο). Συνέβαινε όμως κάτι πολύ παράξενο κι ανεξήγητο. Ενώ το σακί της βρισκότανε κάπου στη μέση, ξαφνικά το έβρισκε γεμάτο με χόρτα .

Μία μέρα καθώς γύρισε για να ρίξει χόρτα μέσα στο σακί, είδε ένα γέροντα να την περιμένει δίπλα στο τσουβάλι. Το πρόσωπο του ήταν γαλήνιο κι έκφραση του έκανε την Κουφίταινα να μείνει εκστατική. Ευθύς λοιπόν τον ρώτησε:

– Εσείς μου γεμίζετe το σακί μου με χόρτα;

Ο Γέροντας κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Και που με γνωρίζετε και με βοηθάτε τον ρώτησε με απορία.

Κι ο γέροντας της είπε:

– Γνωρίζω την πίστη σου προς Τον Θεό. Γνωρίζω την ταπείνωσή σου κι ότι οι αρετές σου έχουν ευαρεστήσει Τον Κύριο. Και το σπουδαιότερο ότι προσεύχεσαι και γι’ αυτούς που σε αδικούν!

Κι η κυρά-Κουφίταινα γεμάτη απορίες του είπε:

«Καλέ μου άνθρωπε εγώ ποτέ μου δεν σε έχω ξαναδεί, πως ξέρεις ποια είμαι και τι κάνω;»

Κι εκείνος της απεκάλυψε:

«Δεν είμαι κάποιος άνθρωπος που να μπορείς να βλέπεις, είμαι ο ΑΓΙΟΣ Σπυρίδωνας!»

Η κυρά-Κουφίταινα έμεινε άναυδη! Αφού κάπως συνήλθε από αυτήν την ευχάριστη έκπληξη, τον παρακάλεσε να της ’πει κάτι να κάνει για το εκκλησάκι του, που δέσποζε στην κορφή του βουνού.

Εκείνος όμως που ήξερε το πόσο φτωχιά ήτανε δεν δέχτηκε. Εκείνη επέμενε και τελικά ο ΑΓΙΟΣ της είπε: «Αφού επιμένεις φτιάξε την εικόνα μου και βάλε την στο σπίτι σου.»

Αμέσως μετά εξαφανίστηκε!

Η Κουφίταινα, πήρε την ανηφόρα για να φτάσει στο χωριό της, η Χάρης του Αγίου είχε ντύσει την ψυχή της, η καρδιά της φτερούγιζε, μονολογούσε και δόξαζε Τον Θεό, τώρα δεν ανήκε σε τούτον τον κόσμο, ο ΑΓΙΟΣ με την ολάκερη παρουσία του, της άνοιξε μια πύλη στον Ουρανό, για να βλέπουμε όλοι μας ώστε να μην χάσουμε τον δρόμο μας και μείνουμε ωσάν τυφλοί στη μέση του δρόμου…

πηγή: iconandlight

»»»»»»  ΤΟ ΒΡΗΚΑΜΕ ΕΔΩ  ««««««



Report