Έλεγε ο Άγιος Παΐσιος…

Όταν είχα πάει στο Κοινόβιο με έβαλαν ως αρχάριο να βοηθώ τον τραπεζάρη. Τότε ένα γεροντάκι ογδόντα χρονών, τελείως εξαντλημένο, μου ζήτησε να του πηγαίνω στο κελλί του καμιά σούπα.

Τέλειωνα λοιπόν την διακονία μου και του πήγαινα την σούπα. Μια μέρα με είδε ένας αδελφός και μου είπε: «Μήν τον καλομαθαίνης, γιατί μετά θα σού ζητάη συνέχεια βοήθεια και δεν θα σε αφήνη να ησυχάσης· ούτε τα πνευματικά σου θα μπορής να κάνης.

Εγώ ξέρεις τί έπαθα; Πήγα μια φορά λίγο να τον βοηθήσω, γιατί ήταν κρυωμένος, και μετά δεν με άφηνε ήσυχο· χτυπούσε κάθε λίγο τάκ-τάκ τον τοίχο. “Κάνε αγάπη, έλεγε, κάνε μου ένα τσάι”. “Κάνε αγάπη, έλα, γύρισέ με λίγο”. Ύστερα από λίγο, τάκ-τάκ “κάνε αγάπη, βάλε μου ένα ζεστό τούβλο”.

Τούβλο-τσάι, τούβλο-τσάι, που να προφθάσω μετά να κάνω τα πνευματικά μου! Αγανάκτησα!».
Ακούς εκεί πέρα;

Είναι φοβερό! Το γεροντάκι να υποφέρη, να βογγάη, να του ζητάη κάτι για να ανακουφισθή, και εκείνος να μη θέλη να πάη, για να μη διακόψη τα πνευματικά του! Αυτά είναι τελείως ξερά πράγματα.

Πιό πολύ θα μετρούσε για τον Θεό το «τούβλο-τσάι» παρά οι μετάνοιες και τα κομποσχοίνια που έκανε… καθ’ όλην την εντέλειαν! Από την μια έλεγε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και από την άλλη: «Άσε με ήσυχο»!

Πηγή: romioitispolis

Report