in

Ο Όσιος Παμβώ (18 Ιουλίου )

Ο Όσιος Παμβώ (18 Ιουλίου )

Εαυτόν εσταύρωσε Παμβώ τω βίω,
Kαι σοι παρέστη Σώτερ εσταυρωμένε.

Ὁ ὅσιος Παμβὼ ἀνήκει στὴ χορεία τῶν ὁσίων Ἀσκητῶν τοῦ 4ου αἰ­ῶνος. Μαθήτευσε στὸν ­κορυ­φαῖο διδάσκαλο καὶ καθηγητὴ τῆς ἐρήμου Μέγα Ἀντώνιο. Καὶ ἀρίστευσε στὰ παλαί­σματα τῆς κατὰ Θεὸν πολιτείας.

­Τόπος ἀσκήσεώς του ὑπῆρξε ἡ ­φημισμένη ἔρη­μος τῆς Νιτρίας κοντὰ στὸ Νεῖλο ποταμὸ τῆς Αἰγύπτου. Ὁ Μέγας Ἀν­τώνιος πο­­λὺ τιμοῦσε τὸν ὅσιο Παμβὼ καὶ εἶπε κάποτε γι’ αὐτόν: «Ἐπειδὴ σεβόταν βαθύτατα τὸν Θεό, γι’ αὐ­τὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατασκήνωσε μόνιμα μέσα του».

Θεοφόρος καὶ πνευματοκίνητος, εἵλκυε τὴν ἐμπιστοσύνη πλήθους κόσμου. Γαλήνευε τοὺς λογισμοὺς τῶν ταραγμένων, ἐν­δυνάμωνε τοὺς ἀδυνάτους καὶ φώτιζε τοὺς ἀστήρικτους μὲ τοὺς σοφοὺς καὶ συνετοὺς λόγους του.

Συνδύαζε μὲ μοναδικὸ τρόπο τὴν ἐπιείκεια μὲ τὴν αὐστηρότητα, τὴ σοφία μὲ τὴν ἁπλότητα, τὴ σιωπὴ μὲ τὸν λόγο.

Γιὰ ὅλους τοὺς μαθητές του ἦταν τὸ ζων­τανὸ πρότυπο. Ἔλεγε: «Ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινα μοναχὸς καὶ ἔκτισα τὸ κελλί μου, δὲν θυμᾶμαι νὰ ἔφαγα ψωμὶ ποὺ νὰ μὴν προερχόταν ἀπὸ τὰ χέρια μου».Γιὰ τὴν πτωχεία συμβούλευε τοὺς μοναχοὺς νὰ φοροῦν τόσο εὐτελὲς ἱμάτιο, πού, ἂν τὸ ἄφηναν ἔξω γιὰ 3 μέρες, νὰ μὴν τὸ ἔπαιρνε κανεὶς περαστικός.

Θαυμαστὴ ὑπῆρξε καὶ ἡ σιωπὴ τοῦ ὁ­­σίου Γέροντα. Πολλοὶ τὸν ρωτοῦσαν διάφορες ἀπορίες σὲ πνευματικὰ θέματα. Καὶ ἐκεῖνος, ἐνῶ ἤξερε νὰ ἀπαντήσει, δὲν ἀπαντοῦσε ἀμέσως. Προσευχόταν ἐπὶ μέρες.

Καὶ ὕστερα ἄνοιγε τὸ στόμα του καὶ ἀποκρινόταν μὲ οὐράνια χάρη καὶ μοναδικὴ πειθώ. Λένε δὲ ὅτι εἶχε ξεπεράσει καὶ τὸν μέγα διδάσκαλό του Ἀντώνιο στὸ χάρισμα νὰ διεισδύει στὰ νοήματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Γιὰ ὅλα αὐτὰ φοβόταν πολὺ τὴ δόξα τοῦ κόσμου. Ἐπὶ τρία χρόνια προσευχόταν ἐπίμονα καὶ ἔλεγε: «Κύριε, σὲ παρακαλῶ, μὴ μὲ δοξάσεις πάνω στὴ γῆ». Ὁ Θεὸς ὅμως ἀμείβοντας τὴν ταπεινοφροσύνη του τὸν ὑπερεδόξασε.

Καὶ τοῦ χάρισε τέτοια λάμψη στὸ πρόσωπο, ὥστε νὰ μὴν ἀντέχουν νὰ τὸν βλέπουν οἱ συνασκητές του. Ἔμοιαζε σὰν βασιλιὰς καθισμένος στὸ θρόνο, καὶ ἔλαμπε σὰν ἀστραπὴ τὸ πρόσωπό του, ὅπως τοῦ ὁσίου Σισώη καὶ τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ.

Ὑπῆρξε ἀκόμη ὁ Παμβὼ καὶ ­ἄνθρωπος πλούσιας ἀγάπης. Συγκατέβαινε στὶς ἀδυναμίες τῶν ἀνθρώπων. Δίδασκε ὅλους νὰ ἔχουν συμπόνια καὶ εὐσπλαχνία. Ἔλεγε: «Ἂν ἔχεις καρδιά, μπορεῖς νὰ σωθεῖς».

Στὸν ὅσιο Θεόδωρο τῆς Φέρμης, ποὺ ἐπίμονα τὸν παρακαλοῦσε νὰ τοῦ πεῖ ἕνα λόγο ὠφέλιμο, μὲ πολὺ κόπο τοῦ εἶπε: «Θεόδωρε, δεῖχνε ἔλεος πρὸς ὅλους.Γιατὶ τὸ ἔλεος δίνει παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ».

Καὶ σὲ ὁρισμένους μοναχοὺς ποὺ τοῦ περιέγραφαν τὶς ἀσκητικές τους πράξεις, τοὺς εἶπε: «Καλὲς βέβαια εἶναι οἱ πράξεις. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν φυλάξετε τὴ συνείδησή σας καθαρὴ ἀπέν­αντι στὸν πλησίον σας, δὲν σώζεσθε».

Καλλιεργοῦσε ἀκόμη ὁ Ὅσιος ἁγίους λογισμοὺς σὲ κάθε δύσκολη περίσταση καὶ δὲν κατέκρινε. Κάποτε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, κάλεσε τὸν ὅσιο Παμβὼ νὰ κατέβει στὴν Ἀλεξάνδρεια. Καὶ ἐκεῖ καθὼς περπατοῦσε, εἶδε μία γυναίκα θεατρίνα καλλωπισμένη καὶ ἄρχισε νὰ κλαίει.

Καὶ ὅταν τὸν ρώτησαν οἱ μαθητές του γιατί κλαίει, ἀπάντησε: «Κλαίω γιὰ δύο λόγους: πρῶτα γιὰ τὴν ἀπώλεια τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς ἐκείνης τῆς γυναίκας, καὶ ὕστερα γιὰ μένα, γιατὶ δὲν φρον­τίζω νὰ καλλωπίζω τὴν ψυχή μου καὶ νὰ ἀρέσω στὸ Θεὸ τόσο ὅσο αὐτὴ ἡ γυναίκα στοὺς πονηροὺς ἀνθρώπους».

Ἔτσι περνοῦσε τὴ ζωή του ὁ ὅσιος Παμβώ: ἀπόλυτα πειθαρχημένος στὶς ἐπιταγὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Λένε ὅτι ποτὲ δὲν γέλασε στὴ ζωή του ἐκτὸς ἀπὸ μία φορά. Ἦλθαν οἱ δαίμονες, στάθηκαν ἀπέναντί του καὶ κρατοῦσαν ἕνα ξύλο πάνω στὸ ὁποῖο εἶχαν δέσει ἕνα φτερό. Καὶ θορυβοῦσαν καὶ χόρευαν.

Τότε ἦταν ποὺ ὁ Παμβὼ γέλασε. Καὶ οἱ δαίμονες χάρηκαν ποὺ τὸν νίκησαν. Καὶ τότε τοὺς εἶπε: «Δὲν γέλασα, ἀλλὰ καταγέλασα τὴν ἀδυναμία σας, γιατὶ μαζευτήκατε τόσοι πολλοὶ γιὰ νὰ κρατήσετε ἕνα τόσο ἐλαφρὸ φορτίο, τὸ φτερό». Καὶ οἱ πονηροὶ δαίμονες ἔφυγαν ντροπιασμένοι.

Εἰρηνικὸ καὶ γαλήνιο ὑπῆρξε τὸ τέλος τοῦ ὁσίου Παμβώ. Μὲ ἀκμαῖες τὶς σωματικὲς δυνάμεις καὶ μὲ πλήρη πνευματικὴ διαύγεια, σὲ ἡλικία ἑβδομήντα ἐτῶν, περιστοιχιζόμενος ἀπὸ τοὺς μαθητές του καὶ δοξολογώντας τὸν Θεὸ ἐκοιμήθη τὸν ὕπνο τοῦ θανάτου πανευτυχής.

Λίγο πρὶν πεθάνει, εἶπε: «Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τότε ποὺ ἐγκατέλειψα τὸν κόσμο, δὲν μεταμελήθηκα γιὰ ὅ,τι εἶπα».

Τὰ πνευματικά του παιδιὰ τὸν κήδεψαν μὲ εὐγνωμοσύνη. Καὶ δοξολόγησαν τὸν Θεό, γιατὶ τοὺς εἶχε χαρίσει ἕναν τέτοιο σοφὸ πνευματικὸ ὁδηγό.

«Ἑαυτὸν ἐσταύρωσε Παμβὼ τῷ βίῳ, καὶ σοὶ παρέστη, Σῶτερ ἐσταυρωμένε».

Ὁ Παμβὼ σταύρωσε τὸν ἑαυτό του ὡς πρὸς αὐτὴ τὴ ζωή, καὶ ἔτσι βρέθηκε κοντά Σου, σταυρωμένε Σωτήρα.

Πηγή: simeiakairwn

Report